Τρεις προϋποθέσεις για έξοδο στις αγορές

Σημαντικό ζήτημα στη παγκόσμια συζήτηση μετά το «μνημόνιο» (τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής) που τελειώνει σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα, είναι η επόμενη μέρα. Η χώρα έχει μπροστά της τρεις επιλογές α) την καθαρή έξοδο στις αγορές β) την έξοδο στις αγορές με προληπτική γραμμή πίστωσης και γ) τον νέο δανεισμό από τον EΜΣ (ή τέταρτο μνημόνιο).

*Του Παναγιώτη Λιαργκόβα

Θεωρητικά η πρώτη επιλογή είναι η καλύτερη, γιατί αντιστοιχεί σε μια «κανονικότητα», που αυτή τη στιγμή ισχύει για κάθε χώρο της ευρωζώνης. Η τελευταία επιλογή είναι η χειρότερη, γιατί η κοινωνία μας έχει κουραστεί ύστερα από 8 χρόνια λιτότητας, τρία μνημόνια και συνακόλουθη ασφυκτική επιτροπεία. Η ενδιάμεση επιλογή έχει το πλεονέκτημα της μεγαλύτερης ασφάλειας σε σχέση με την πρώτη, αλλά υστερεί κατά το ότι συνοδεύεται και από μνημόνιο και επομένων αυξημένη εποπτεία.
Ας δούμε τις λεπτομέρειες. Υπάρχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου η χώρα να πραγματοποιήσει καθαρή έξοδο στις αγορές. Η πρώτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ενός ευνοϊκού εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος. Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου, όπως πιστοποιήθηκε στην απόφαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου, δημιουργεί τη βάση για ένα σταθερό εσωτερικό περιβάλλον. Παράλληλα, το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακή ορμή και πολύ χαμηλό επίπεδο. Η κυβέρνηση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον και να πραγματοποιήσει την πρώτη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές. Όμως θα πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες δοκιμαστικές έξοδοι που συνδέονται με τη δεύτερη προϋπόθεση, που δεν είναι άλλη από την έγκαιρη υλοποίηση του τρίτου προγράμματος ολοκληρώνοντας τουλάχιστον άλλες τρεις αξιολογήσεις σε 12 μήνες ώστε η χώρα να αντλήσει όσα περισσότερα χρήματα μπορεί μέσω της εκταμίευσης δόσεων ύψους τουλάχιστον 18 δις. ευρώ και να δημιουργήσει η ίδια ένα σημαντικό «κεφάλαιο μαξιλάρι». Πρέπει εδώ να παρατηρήσουμε ότι το ιστορικό προηγούμενο της χώρα μας αναφορικά με τις αξιολογήσεις δεν είναι θετικό. Οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν όλο και περισσότερο. Αντλώντας στοιχεία από τη βάση δεδομένων του ΔΝΤ, μπ0ρούμε να διαπιστώσουμε ότι το 2010 η μέση διάρκεια των διαπραγματεύσεων ήταν 1,5 μήνας, το 2011 ανέβηκε σε 3 μήνες, το 2012 και το 2013 αυξήθηκε σε 4, 5 μήνες , το 2014 εκτινάχθηκε στους 9,7 μήνες και σήμερα κυμαίνεται περί τους 8 μήνες. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης να πραγματοποιήσει μια «ρήξη» με το κακό ιστορικό παρελθόν της χώρας. Πέρα από το θέμα του χρόνου, σημαντική είναι και η πολιτική βούληση της κυβέρνησης να «υιοθετήσει την ιδιοκτησία» του μνημονίου και να υλοποιήσει ένα προς ένα τα 118 προαπαιτούμενα που προβλέπουν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο, τις ιδιωτικοποιήσεις και την αγορά εργασίας ή και όσα νέα προστεθούν στην πορεία των διαπραγματεύσεων.

Μια τρίτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ενός εθνικού σχεδίου ανάπτυξης που αντικαταστήσει το μνημόνιο. Όμως και εδώ η ιστορική εμπειρία της χώρας δεν είναι με το μέρος μας. Από την αρχή της κρίσης, με το πρώτο μνημόνιο, η Ελλάδα είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταρτίσει ένα εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο. Όμως δεν την υλοποίησε. Με το τρίτο μνημόνιο, το καλοκαίρι 2-15, η χώρα ανέλαβε εκ νέου την υποχρέωση να καταρτίσει εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο, με προθεσμία τον Μάρτιο 2016. Πάλι δεν την υλοποίησε. Είναι απαραίτητο λοιπόν, έστω και τώρα, να υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης.

Πέραν των τριών παραπάνω προϋποθέσεων, δεν πρέπει επίσης να αγνοούμε τις ενδεχόμενες πρόσθετες επιβαρύνσεις και τους κινδύνους. Το κόστος του νέου δανεισμού από τις αγορές θα είναι βραχυπρόθεσμα σαφώς υψηλότερο (άνω του 4%)από το κόστος δανεισμού από τον ΕΜΣ (περίπου 1%), πράγμα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί μετά από οκτώ χρόνια λιτότητας. Η διαφορά θα μπορούσε να μεγαλώσει γιατί η εξέλιξη των όρων δανεισμού από τις αγορές εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλα, από την εφαρμογή ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Οι αγορές είναι ευμετάβλητες, αλλάζουν στάση αν συμβεί οτιδήποτε εκτός κυβερνητικού ελέγχου.
Δεν αμφισβητείται βέβαια ότι σε βάθος χρόνου η έξοδος στις αγορές θα άνοιγε τον δρόμο για μια μεταγενέστερη μείωση των επιτοκίων δανεισμού του κράτους και των επιχειρήσεων. Μια χώρα που προσφεύγει κανονικά στις αγορές μπορεί να ανταμειφθεί βαθμιαία με μείωση επιτοκίων, ενώ, αν είναι σε πρόγραμμα, να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία (και αυξημένα spreads).

To άρθρο δημοσιεύτηκε στη REAL NEWS(17/7/2017)

*Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μέλος του
Διεθνείς Συνεργασίες
X