Πώς προέκυψε το χρήμα (μέρος δεύτερο)

Featured Video Play Icon

Μια σειρά άρθρων βασισμένη πάνω στη διάλεξη του Hans Hoppe στο Mises University το 2004 με θέμα «Money and banking»

Η ποσότητα του χρήματος

Αν ένας μάγος διπλασίαζε όλα τα καταναλωτικά και παραγωγικά αγαθά, θα ανέβαινε το βιοτικό επίπεδο. Δεν θα συνέβαινε το ίδιο, όμως, αν κάποιος διπλασίαζε τα χρήματα. Τα λεφτά συνήθως δεν τρώγονται. Σύντομα, όλες οι τιμές θα διπλασιάζονταν, ενώ τα αγαθά θα παρέμεναν σταθερά. Παρόλα αυτά, θα συνέβαινε κάτι σημαντικό: Ο υπάρχων πλούτος θα ανακατανέμονταν εντός της κοινωνίας. Το χρήμα θα έχανε αξία σε σχέση με τα αγαθά. (Πληθωρισμός). Αυτό θα έκανε φτωχότερους αυτούς που θα είχαν αποταμιεύσει ή δανείσει χρήματα που κέρδισαν πουλώντας αγαθά σε παλιές (χαμηλές) τιμές. Θα έκανε αντιστοίχως πλουσιότερους όσους θα είχαν καταναλώσει χρήματα, δικά τους ή δανεικά, στις παλιές τιμές. Δηλαδή θα έκανε πλουσιότερους τους καταναλωτές και φτωχότερους τους αποταμιευτές χρήματος. Αντιστρόφως, αν τα χρήματα μειώνονταν οι τιμές θα έπεφταν, και πλούτος θα μεταφερόταν από τους καταναλωτές στους αποταμιευτές χρήματος.

*Γράφει ο Δόκτωρ Ελευθέριος

Προσέξτε: δεν είναι γενικά κακό κάποιοι να γίνονται πλουσιότεροι από άλλους όταν αλλάζουν οι σχέσεις στην οικονομία, δηλαδή όταν αυτό που κατέχει ο Α γίνεται πολυτιμότερο κι αυτό που κατέχει ο Β ευτελίζεται. Πχ, κάποιος που παράγει ελαιόλαδο μπορεί να δει την παραγωγή του ν’ αξίζει λιγότερο αν αυξηθεί η παραγωγή ελαιολάδου και πλημμυρίσει η αγορά με φτηνό λάδι. Παρομοίως, κάποιος που επενδύει σε χρυσό (αν υποθέσουμε ότι ο χρυσός χρησιμοποιείται ως χρήμα) μπορεί να πάθει ζημιά αν ανακαλυφθεί ένα νέο κοίτασμα. Η διαφορά είναι ότι με το περισσότερο λάδι, αυξάνεται ο συνολικός πλούτος (το λάδι τρώγεται), παρόλο που κάποιοι χάνουν, ενώ με το περισσότερο χρυσάφι δεν αυξάνεται ο συνολικός πλούτος, απλώς ανακατανέμεται. Τέτοιες απρόβλεπτες εκπλήξεις είναι μέρος της φύσης, και όποιος επενδύει σε ελαιόλαδο ή σε χρυσό αναλαμβάνει το ανάλογο ρίσκο.

Δεν ισχύει το ίδιο, όμως, όταν το χρήμα αυξομειώνεται λόγω κάποιου… μάγου. Η αύξηση του ελαιόλαδου απαιτεί σκληρή εργασία και ευνοϊκό κλίμα, η εξόρυξη χρυσού απαιτεί έξοδα και κόπο. Μάλιστα, όσο πιο πολύς χρυσός εξορύσσεται, τόσο ανεβαίνει το κόστος εργασίας (πληθωρισμός), και γίνεται λιγότερο συμφέρουσα η εξόρυξη περισσότερου χρυσού. Αντιθέτως, αν ο χρυσός δεν αρκεί και παρατηρείται αποπληθωρισμός, πέφτουν τα μεροκάματα και ξαναγίνεται συμφέρουσα η εξόρυξη που ανακόπτει τον αποπληθωρισμό. Δηλαδή υπάρχει αυτόματος μηχανισμός σταθεροποίησης, επειδή η εξόρυξη έχει κόστος. Αν κάποιος μάγος μπορούσε να αυξομειώνει τον χρυσό με ένα μαγικό ραβδί, αυτός θα είχε απίστευτη δύναμη. Δεν θα μπορούσε να μας κάνει συνολικά πλουσιότερους ή φτωχότερους, αλλά θα μπορούσε να κατανείμει τον υπάρχοντα πλούτο κατά βούληση ανάμεσα στους τζίτζικες και στους μέρμηγκες της κοινωνίας. Θα ανακάλυπτε ξαφνικά ότι έχει πάρα πολλούς φίλους και κόλακες που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη δύναμή του με το αζημίωτο. Αν μπορούσε, δε, όχι απλώς να αυξομειώνει τον χρυσό ομοιόμορφα, αλλά να βγάζει χρυσό απ’ το καπέλο του και να τον διαθέτει μόνο ο ίδιος και οι φίλοι του, ενώ ο χρυσός όλων των υπολοίπων θα παρέμενε σταθερός, τότε θα ήταν ο ιδανικός παραχαράκτης. Θα είχε τη δυνατότητα να αγοράσει όλα τα αγαθά από αυτούς που τα παράγουν, δίνοντας χρυσό που θα ξετρύπωνε απ’ το μαγικό καπέλο. Όσο η πληθώρα χρυσού θα ανέβαζε τις τιμές, τόσο αυτός θα έβγαζε περισσότερο, οπότε οι τιμές θα αυξάνονταν εκθετικά και αυτός, ασυμπτωτικά, θα συγκέντρωνε όλον τον πραγματικό πλούτο, δηλαδή τα αγαθά και τις υπηρεσίες.

Ο μάγος του χρήματος

Σήμερα, για πρώτη φορά μετά από χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας, αυτός ο μάγος υπάρχει. Γεννήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, και τελειοποίησε την «τέχνη” του το 1971. Ονομάζεται Κεντρική Τράπεζα, κι απ’ το καπέλο του δεν βγάζει χρυσό, αλλά χαρτιά, με τα οποία το Κράτος αντικατέστησε βιαίως το χρυσό. Μάλιστα, δεν είναι μόνο ένας ο μάγος. Κάθε κράτος έχει το δικό του. Όλα τα χρήματα που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν αντιπροσωπεύουν χρυσό, αλλά χαρτιά, αέρα κοπανιστό που παράγεται χωρίς κόστος, χωρίς μηχανισμό σταθεροποίησης.

Κατά το 19ο αιώνα, που ήταν ένας αιώνας αλματώδους προόδου (βιομηχανική επανάσταση), και που το χρήμα ακόμη ήταν ο χρυσός, οι τιμές γενικά έπεφταν και η ποιότητα ζωής βελτιωνόταν, όπως σήμερα πέφτουν οι τιμές των ηλεκτρονικών προϊόντων και η οικονομία των ηλεκτρονικών ακμάζει. Όταν οι τιμές έπεφταν αρκετά, η εξόρυξη χρυσού εντεινόταν αυτόματα, κι όταν ανέβαιναν η εξόρυξη μειωνόταν, οπότε υπήρχε σχετική σταθερότητα. O εργάτης όσο εργαζόταν αποταμίευε χρυσό (για την ακρίβεια: τραπεζογραμμάτια με αντίκρισμα σε χρυσό), και ζούσε απ’ τις οικονομίες του στα γεράματα, συνήθως μαζί με τα παιδιά του. (Τότε ο κόσμος έκανε πολλά παιδιά, γιατί τα παιδιά ήταν πλούτος, κυριολεκτικά.) Δεν υπήρχαν ιστορίες όπως αυτές που ακούμε απ’ τους παππούδες μας, ότι κάποτε το μηνιάτικο ήταν όσο το σημερινό μεροκάματο, και ότι ψώνιζες με μια δεκάρα. Δεν χρειαζόταν να επενδύεις στο χρηματιστήριο και να ελπίζεις να έχεις κάτι στα γεράματα αν είσαι τυχερός, ούτε ήταν ανάγκη να βάζεις τα λεφτά σου σ’ ένα ταμείο και να ελπίζεις ότι θα τα ξαναδείς. Ο πληθωρισμός ήταν γνωστός μόνο στους οικονομολόγους. Κρίσεις υπήρχαν, αλλά ήταν σύντομες και ασήμαντες σε σύγκριση με τις κρίσεις του 20ου αιώνα.

Η Κεντρική Τράπεζα ιδρύθηκε το 1913 στις ΗΠΑ. Ο κανόνας του χρυσού, που όριζε ως δολάριο μια σταθερή ποσότητα χρυσού, εγκαταλείφθηκε σταδιακά μετά την κρίση του 1929 και τυπικά πλέον μετά το 1971. Η χαρακτηριστική τιμή των αγαθών ήταν περίπου σταθερή για πάνω από 100 χρόνια αλλά, ω του θαύματος, δείτε τι συνέβη μετά την κατάργηση του κανόνα του χρυσού:

Αν το παραπάνω διάγραμμα δεν σας τρομάζει, ξαναδείτε το. Είναι άγνωστο για πόσο ακόμα θα αντέξει αυτή η οικονομία που στηρίζεται σε χρήμα που παραχαράσσεται πλέον σταθερά από το Κράτος, σε χρήμα που έχασε το 80% της αξίας του σε 40 χρόνια, δηλαδή που χάνει μεσοσταθμικά πάνω από 4% το χρόνο ή σχεδόν 40% κάθε 10 χρόνια. Θυμηθείτε που ήσαστε πριν 10 χρόνια. Δεν πάει πολύς καιρός. Τώρα, αναλογιστείτε τι σημαίνει 40% και αναρωτηθείτε αν αυτό θα κρατήσει για πολύ ακόμα. Αυτές οι κρίσεις που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, που η Αριστερά τις αποκαλεί «κρίσεις του καπιταλισμού”, είναι στην πραγματικότητα κρίσεις που εντείνει (αν όχι που προκαλεί) ο κεντρικός σχεδιασμός της ποσότητας του χρήματος από την Κεντρική Τράπεζα.

Αυτό υποστηρίζει η αυστριακή σχολή, έτσι εξηγεί το φαινόμενο των όλο και εντεινόμενων οικονομικών κύκλων. Είναι κρίσεις της μικτής οικονομίας, της σοσιαλδημοκρατίας, όχι κρίσεις του καπιταλισμού. Ακούω ήδη τις ενστάσεις: «Μα η Κεντρική Τράπεζα είναι ιδιωτική εταιρεία, δεν είναι του Κράτους.” Ισχύει, αλλά το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν αρκεί για να έχουμε ελεύθερη αγορά. Είναι μια ιδιωτική εταιρεία που απολαμβάνει ένα κρατικά επιβαλλόμενο μονοπώλιο στην έκδοση χρήματος, και ως αντάλλαγμα προσφέρει στο Κράτος την νομισματική πολιτική που θέλει. Όταν η κυβέρνηση θέλει να δώσει την αίσθηση ότι η οικονομία πάει καλά, αυξάνει το ποσό χρήματος, κινητροδοτεί την κατανάλωση εις βάρος της αποταμίευσης όπως είπαμε. Όταν το Κράτος θέλει λεφτά για να μοιράσει σε υπαλλήλους και φίλους του, αντί να φορολογεί τον πλούτο και να προκαλεί αντιδράσεις, ή δανείζεται (οπότε θα πληρώσουν κάποιοι επόμενοι όπως γίνεται στην Ελλάδα), ή κλέβει τον πλούτο μέσω της παραχάραξης, κάτι που συμβαίνει συνεχώς και συστηματικά όπως δείχνει η παραπάνω γραφική παράσταση. Οπότε ναι μεν η Κεντρική Τράπεζα είναι ιδιωτική, αλλά παίζει με όρους κρατικού παραρτήματος. Αν είχαμε καπιταλισμό, θα υπήρχαν πολλές (μη κεντρικές) τράπεζες που θα μπορούσαν να εκδώσουν χρήμα. Αν κάποια πληθώριζε το χρήμα της, αυτό θα πάθαινε υποτίμηση σε σχέση με τα άλλα χρήματα, κι ο κόσμος θα έπαυε να το χρησιμοποιεί. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με την Κεντρική Τράπεζα, επειδή το Κράτος επιβάλλει τη χρήση του δικού της χρήματος με την απειλή του νόμου.

Μεταξύ 1933 και1974 ήταν παράνομη η κατοχή χρυσού στις ΗΠΑ. Η νομοθεσία καθιστά το χρήμα της Κεντρικής Τράπεζας «legal tender”, δηλαδή υποχρεώνει νομικά τους υπηκόους να το δέχονται ως πληρωμή. Ομοίως, οι εμπορικές τράπεζες υπόκεινται σε κανονισμούς που τούς επιβάλλουν να έχουν αποθεματικό σε χρήμα που εκδίδει η Κεντρική Τράπεζα. Laissez-faire καπιταλισμό μπορεί να μην είχαμε ποτέ, αλλά ο 20ος αιώνας ήταν σίγουρα λιγότερο καπιταλιστικός και περισσότερο σοσιαλιστικός από τον 19ο. Ο σοσιαλισμός διαμόρφωσε την πολιτική ατζέντα, όχι μόνο στην ΕΣΣΔ και στους δορυφόρους της, αλλά και στις υποτιθέμενες καπιταλιστικές χώρες.

Με αφορμή την κρίση του 1929, και με ιδεολογική στήριξη από θεωρίες όπως του Κέυνς, που δικαιολογούν τον κεντρικό σχεδιασμό και τον κρατικό παρεμβατισμό χωρίς να υιοθετούν το μαρξισμό, εφαρμόστηκαν «προοδευτικές” πολιτικές, δηλαδή σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές: Σοσιαλιστικές ως προς τον κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία, κυρίως με τρόπο αναδιανεμητικό, δημοκρατικές ως προς το πολίτευμα, και φιλελεύθερες μόνο στον βαθμό που η ατομική ιδιοκτησία δεν καταργήθηκε τελείως αλλά περιορίστηκε νομικά και φορολογήθηκε με προοδευτικό (αναδιανεμητικό) συντελεστή. Με άλλα λόγια, ο πολίτης κράτησε τις ευθύνες της ιδιοκτησίας, και το Κράτος πήρε την επικαρπία. Πρωτοπόρος αυτής της «προοδευτικής” πολιτικής ήταν ο Ρούσβελτ με το New Deal τη δεκαετία του 1930. Η πολιτική αυτή περιελάμβανε έλεγχο στις τιμές, απαγόρευση του ανταγωνισμού σε διάφορους τομείς, επιδοτήσεις σε αγρότες και άλλους επαγγελματίες, αυξημένο κρατικό δανεισμό, δημιουργία θέσεων εργασίας με χρήματα από τη φορολογία που έφτασε το 79% (το εισόδημα άρχισε να φορολογείται μόνιμα μόλις το 1913 στις ΗΠΑ, προηγουμένως δεν υπήρχε φόρος εισοδήματος κι όχι μόνο το στερέωμα δεν είχε καταρρεύσει, αντιθέτως η οικονομία πήγαινε «σφαίρα”), πληθωριστική νομισματική πολιτική μέσω της Κεντρικής Τράπεζας, επιβολή κρατικών και ιδιωτικών μονοπωλίων με κρατική βία, νέα αναδιανεμητικά προγράμματα όπως η κοινωνική ασφάλιση, κ.ά.

Το ελληνικό ΙΚΑ ιδρύθηκε το 1934 και άρχισε ουσιαστικά να λειτουργεί το 1937 επί Μεταξά, ενώ το αμερικανικό ιδρύθηκε το 1935: ένδειξη ότι οι σοσιαλιστικές πολιτικές σάρωναν όλον το δυτικό κόσμο, όχι μόνο τα κομμουνιστικά κράτη. (Ο Μεταξάς κομμουνιστής δεν ήταν επουδενί, αλλά κρατιστής αναμφιβόλως ήταν.) Φιλελεύθεροι και μαρξιστές κατέκριναν, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, τις πολιτικές του Ρούσβελτ, τις «νεοφιλελεύθερες” πολιτικές του «τρίτου δρόμου” που προσπαθούσε να συγκεράσει τον κλασικό φιλελευθερισμό με το σοσιαλισμό. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ήταν εν μέρει σοσιαλιστικές, αλλά όχι τόσο ώστε να ικανοποιήσουν τους κομμουνιστές. Αντιθέτως, οι τελευταίοι θεώρησαν ότι η μερική υιοθέτηση σοσιαλιστικών μέτρων θα εκτόνωνε την κρίση και θα ανέβαλε, χωρίς λόγο, το αναπόφευκτο, κατά Μαρξ, τέλος του καπιταλισμού.

Είναι παράδοξο ότι πολλοί θεωρούν σήμερα τους νεοφιλελεύθερους περισσότερο καπιταλιστές απ’ τους φιλελεύθερους. (Μοιάζει με το ανέκδοτο που λέει: «Εμένα ο γιος μου δεν είναι σκέτο πλοίαρχος, είναι κοτζάμ ανθυποπλοίαρχος.”) Ιστορικά, πάντως, ο νεοφιλελευθερισμός ήταν όρος που σήμαινε τον «τρίτο δρόμο”, το πάντρεμα φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι, που από το 1960 περίπου ονομάζονται λιμπερταριανοί, είναι αυτοί που υποστήριζαν πάντα τον laissez-faire καπιταλισμό, και κατέκριναν τον κεντρικό σχεδιασμό του Ρούσβελτ ότι επιμήκυνε την κρίση του 1929 χωρίς λόγο. Ακόμα χειρότερο ήταν ότι εξέθρεψε το τέρας του κρατισμού (που έγινε ακόμα χειρότερο μετά τον 2ο ΠΠ). Τελικά, αυτός ο κρατισμός όντως κινδυνεύει να οδηγήσει τη σοσιαλδημοκρατική οικονομία σε κατάρρευση, όχι λόγω της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου όπως νόμισε ο Μαρξ αλλά λόγω του κεντρικού σχεδιασμού που εκτροχιάζει την οικονομία, σπαταλά πόρους, κακοδιανέμει το παραγωγικό δυναμικό, διαστρεβλώνει τα κίνητρα για αποταμίευση και κατανάλωση, και έτσι κάνει τις κρίσεις πιο βίαιες και μακροχρόνιες από ποτέ.

*Ο Δόκτωρ Ελευθέριος (ψευδώνυμο), σπούδασε Φυσική και εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα.
Αρθρογραφεί στο libertarianismos.blogspot.com

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μέλος του
Διεθνείς Συνεργασίες
X