Μεταρρυθυμίζοντας το βρετανικό φορολογικό σύστημα

Οι περισσότεροι εξ ημών έχουμε την πεποίθηση ότι κάποιοι φόροι είναι απαραίτητοι για τη χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, και ότι κάποιοι φόροι είναι καλύτεροι από άλλους. Με αυτήν την παραδοχή ως αφετηρία, πώς μπορούν οι οικονομολόγοι να ζυγίσουν κατά πόσον ένα φορολογικό σύστημα είναι »καλό» ή »κακό»; Σε αυτό το άρθρο εξετάζονται οι αρχές με βάση τις οποίες θεμελιώνεται ένα καλό φορολογικό σύστημα, ποιοι φόροι βασίζονται σε αυτές (και ποιοι υπαρκτοί φόροι αντίθετα δεν σχετίζονται με αυτές), και ποιες επιπτώσεις θα είχε η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών εισοδημάτων.

*Του Rory Meakin (syndication Institute of Economic Affairs)

Αρχές

Οι αρχές στις οποίες θα έπρεπε να βασίζεται ένα φορολογικό σύστημα τέθηκαν από τον Άνταμ Σμιθ το 1776 και έχουν σε γενικές γραμμές αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου. Πρόκειται λοιπόν για τις εξής: βεβαιότητα, αναλογικότητα, εφαρμοσιμότητα και αποτελεσματικότητα. Συνοπτικά, οι φόροι πρέπει να είναι γνωστοί εκ των προτέρων, να έχουν επιβληθεί ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα, να μπορούν να πληρωθούν απρόσκοπτα και να μην είναι ακριβή η συλλογή τους.

Αυτές οι αρχές παραμένουν σταθερές, αλλά εν τω μεταξύ οι οικονομολόγοι έχουν επιτύχει βαθύτερη γνώση πάνω στο θέμα με εξέχοντα τα παραδείγματα του Γκρέγκορυ Μάνκιου και του Σερ Τζέιμς Μιρλή. Αξιοποιώντας τις ιδέες τους, είμαστε σε θέση να προτείνουμε ένα μετασχηματισμό των διδαγμάτων του Σμιθ ως εξής:

Οι φόροι οφείλουν να είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανείς, κάτι που προκειμένου να επιτευχθεί είναι απαραίτητη η σταθερότητα.
Οι φόροι οφείλουν να είναι όσο το δυνατόν πιο ουδέτεροι, εξ ου και διαφορετικές δραστηριότητες πρέπει στο βαθμό που είναι δυνατόν να υπόκεινται στην ίδια φορολόγηση
Οι οριακοί φορολογικοί συντελεστές πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότεροι, εκτός από όσους φόρους είναι σχεδιασμένοι με σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι πολίτες πληρώνουν για »εξωτερικότητες» που προκαλεί η ατομική τους συμπεριφορά

Απλοποιώντας το βρετανικό φορλογικό σύστημα

Πώς θα άλλαζε το τρέχον φορολογικό σύστημα του ΗΒ η υιοθέτηση αυτών των αρχών; Πρώτον, θα το απλοποιούσε ριζοσπαστικά έτσι ώστε να μεγιστοποιηθούν η διαφάνεια και η ουδετερότητά του. Οπότε θα υπήρχε μόνο ένας ενιαίος φόρος εισοδήματος, σε έναν και μοναδικό φορολογικό συντελεστή, σε όλα τα είδη εισοδήματος, με όποιον τρόπο κι αν προκύπτουν αυτά. Ο φόρος επιχειρήσεων, η εθνική κοινωνική ασφάλιση και ο φόρος κεφαλαιακών κερδών αποτελούν όλα τους, θεμελιωδώς, παραλλαγές του φόρου εισοδήματος και θα έπρεπε να καταργηθούν. Τα διανεμόμενα κέρδη (όπως φερ’ειπείν τα μερίσματα) θα έπρεπε να φορολογούνται όπως οποιοδήποτε άλλο εισόδημα. Η εθνική κοινωνική ασφάλιση είναι στην πράξη ενός άλλου είδους φόρος εισοδήματος χωρίς καμιά διακριτή χρησιμότητα. Και τα κεφαλαιακά κέρδη συχνά προκύπτουν από τις προσδοκώμενες αυξήσεις των επενδυτών στα έσοδα που θα αποφέρει μια επένδυση και που θα φορολογηθούν στο μέλλον -ως εκ τούτου ο φόρος κεφαλαιακών κερδών είναι κατά κανόνα διπλός φόρος ο οποίος θα έπρεπε επίσης να καταργηθεί.

Οι κληρονομιές μπορούν να ιδωθούν ως μεταφορά εισοδήματος από ένα πρόσωπο σε ένα άλλο, Ωστόσο, το εισόδημα που μεταφέρεται έχει ήδη φορολογηθεί μέσω του φόρου εισοδήματος και δεν θα έπρεπε να φορολογείται εκ νέου.

Οι φόροι συναλλαγών όπως τα χαρτόσημα στις μετοχές και την ακίνητη περιουσία συμπιέζουν την οικονομική αξία των αγαθών, προκαλούν δυσλειτουργία στις αγορές και οδηγούν στο να μην καταλήγουν τα σπίτια και οι επενδύσεις σε εκείνους που τους αποδίδουν τη μέγιστη αξία. Θα έπρεπε κι αυτά να καταργηθούν, μαζί με τους φόρους επαγγελματικής στέγης, που εξαναγκάζουν τις επιχειρήσεις σε πολύ περιορισμένη αξιοποίηση ιδιοκτησιών.

Οι φόροι που στοχεύουν σε δραστηριότητες που συνεπάγονται για την κοινωνία κόστος μεγαλύτερο από αυτό που προκαλούν στους καταναλωτές τους (τις λεγόμενες εξωτερικότητες) σε γενικές γραμμές δεν αντέχουν σε κριτική -ιδίως εάν λάβουμε υπ’όψιν εκείνους τους φόρους που υπάρχουν στο σύστημα του ΗΒ όπως τους φόρους στα αλκοολούχα και τα προϊόντα καπνού. Ακόμη και στο πλαίσιο της χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους, τα κόστη που υπομένουν άλλοι και σχετίζονται με το αλκοόλ και τα καπνά δεν σχετίζονται παρά πολύ έμμεσα με την ατομική κατανάλωση ώστε να θεωρηθούν ωφέλιμα. Κατ’ αποτέλεσμα, οι σχετικές αρμοδιότητες λειτουργούν αποτελεσματικά ως καταναγκαστικοί και παραπλανητικοί »φόροι τιμωρίας της αμαρτίας», απομειώνοντας την πρόνοια και πέφτοντας δυσανάλογα στις πλάτες των ασθενέστερων. Θα έπρεπε να καταργηθούν εντελώς.

Καθώς ο πλούτος είναι κατά κανόνα εξαιρετικά ευέλικτος, οι φόροι μεγάλου πλούτου είναι ιδιαίτερα βλαβεροί. Θα έπρεπε να αποφεύγονται. Μια εξαίρεση είναι η φορολόγηση στην αξία της γης που της αποδίδεται αποκλειστικά και μόνον λόγω της τοποθεσίας όπου βρίσκεται -ένας φόρος γης ανάλογα την περιοχή. Αυτός ο φόρος αντιστοιχεί στο ποσό της αξίας που θα είχε η γη αν βρισκόταν σε άγρια κατάσταση αλλά όλες οι άλλες (γειτονικές) ιδιοκτησίες παρέμεναν όπως είναι.Το να φορολογεί κανείς αυτήν και μόνη την αξία της γης δε θα αποθάρρυνε τους ιδιοκτήτες να βελτιώσουν τις ιδιοκτησίες τους καθαρίζοντάς τες ή χτίζοντας και έχει προταθεί εδώ και καιρό από οικονομολόγους. Ένα καλό φορολογικό σύστημα θα έπρεπε λοιπόν να εισάγει έναν τέτοιο φόρο προοδευτικά, ώστε να λάβει υπ’όψιν του τις αδικίες εις βάρος όσων είχαν καλόπιστα αγοράσει γη. Θα έπρεπε να αντικαταστήσει μια σειρά από άλλους φόρους περιλαμβανομένου του δημοτικού φόρου. Απαιτούνται ακόμη οριμένες περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στους φόρους ιδιοκτησίας. Αυτές εξετάζονται στο τρίτο μέρος του Φόροι, Κρατικές Δαπάνες και Ανάπτυξη που έχει εκδώσει το Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων.

Ποικίλοι άλλοι αβάσταχτοι, αδιαφανείς ή δυσανάλογοι φόροι θα έπρεπε επίσης να καταργηθούν, όπως τα τέλη επιβατών αερομεταφορών, η άδεια τηλεόρασης και η επιβάρυνση για την κλιματική αλλαγή.

Ορισμένοι προς μεταρρύθμιση φόροι

Η κατανάλωση θα έπρεπε να φορολογείται με έναν γενικό φόρο κατανάλωσης, πιθανότατα στη μορφή του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), όπως και τώρα. Ο ΦΠΑ θα έπρεπε να επιβάλλεται καθολικά σε κάθε μορφής κατανάλωση χωρίς εξαιρέσεις ή μειωμένους συντελεστές, σε αντίθεση με τον τρέχοντα όπου υπάρχουν ευρείας γκάμας απαλλαγές.

Παρόλο που έχει προταθεί ότι οι τωρινοί ειδικοί φόροι όπως στα τσιγάρα και τα καπνά θα έπρεπε να καταργηθούν, υπάρχει ένα πεδίο όπου θα μπορούσαν να διατηρηθούν αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο -στην περίπτωση των εξωτερικοτήτων που προκαλούνται από τις εκπομπές άνθρακα και άλλων ρυπογόνων ουσιών. Εδώ, ένας ενιαίος φόρος άνθρακα θα αποτελούσε τον καλύτερο τρόπο για να διασφαλιστεί ότι οι εκπέμποντες θα πλήρωναν στους υπόλοιπους το κόστος των εκπομπών τους. Επιπροσθέτως, περιορισμένες τοπικές επιβαρύνσεις καυσίμων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ώστε να καλυφθεί το κόστος επιβάρυνσης προς το κοινωνικό σύνολο, ο αντίκτυπος στο τοπικό περιβάλλον της χρήσης αυτοκινήτων και το κόστος κατασκευής και συντήρησης των δρόμων. Οι σημερινοί φορολογικοί συντελεστές ρύπων επαναπροσδιορίζονται τουλάχιστον δύο φορές υψηλότερα από μια λογική εκτίμηση του αναγκαίου επιπέδου ώστε να αντιμετωπιστούν οι εξωτερικότητες που προκαλούν τα αυτοκίνητα (περιλαμβανομένων των λογικών εκτιμήσεων του κοινωνικού κόστους των εκπομπών άνθρακα) και ο συντελεστής θα έπρεπε να πέσει ανάλογα. Ο έμμεσος φόρος που αφορά τα οχήματα δεν συνεισφέρει καμιά χρήσιμη λειτουργία στις περισσότερες των περιπτώσεων και θα έπρεπε να περιοριστεί στα ιδιαίτερα βαρέα οχήματα που επιβαρύνουν δυσανάλογα το οδικό δίκτυο συγκριτικά προς τη χρήση καυσίμων τους.

Ο αντίκτυπος ενός μεταρρυθμισμένου φορολογικού συστήματος

Η μεταρρύθμιση του φορολογικού στυστήματος συχνά αποφεύγεται στη βάση του επιχειρήματος ότι δημιουργεί νικητές και ηητημένους, και οι ηττημένοι φωνάζουν πιο δυνατά από τους νικητές. Φυσικά, εφ’όσον το συνολικό φορολογικό βάρος απομειωθεί, η συζήτηση μετατοπίζεται στο ποιός κερδίζει τα περισσότερα -με άλλα λόγια, ποιες οι διανεμητικές συνέπειες της αλλαγής; Συχνά συνάγεται ότι οποιαδήποτε ελάφρυνση σε φόρους ωφελεί δυσανάλογα τους πιο ευκατάστατους. Εντούτοις, μια φορολογική αλλαγή όπως αυτή που προτείνεται έχει δοκιμαστεί ως μοντέλο και δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Στο μοντέλο τέθηκαν ως συνιστώσες ότι θα εφαρμοζόταν 15 τοις εκατό ενιαίος φόρος εισοδήματος σε προσωπικό εισόδημα 10000 στερλινών·12,5 τοις εκατό ΦΠΑ, περιλαμβανομένων των φόρων ενοικιαζόμενης κατοικίας και ιδιοκατοίκησης, και φόρος ακίνητης περιουσίας με στόχο να προσμετρά το 75 τοις εκατό της αξίας της ιδιοκτησίας ανάλογα την περιοχή.

Ο αντίκτυπος στα νοικοκυριά θα ήταν ευρέως προοδευτικός εξαιτίας των ουσιωδών εκπτώσεων στους βαθιά αντιδραστικούς φόρους »τιμωρίας της αμαρτίας»’ και της μεταρρύθμισης του φόρου ιδιοκτησίας. Οι μεγαλύτεροι νικητές θα ήταν τα νοικοκυριά στα τρία χαμηλότερα δεκατημόρια των εισοδημάτων, που θα κέρδιζαν περικοπές φόρων ίσες με 26, 19 και 17 τοις εκατό του συνολικού οικειακού τους εισοδήματος, που θα συνεχίσει να πέφτει για 7 τοις εκατό και για το τέταρτο δεκατημόριο. Τα πλουσιότερα δύο δεκατημόρια θα απολάμβαναν περικοπές φόρων αξίας 13 τοις εκατό του συνολικού τους εισοδήματος.

Συμπέρασμα

Η φορολογία δεν θα έπρεπε να είναι τόσο περίπλοκη και ασυνάρτητη όσο συμβαίνει στο σημερινό σύστημα του ΗΒ. Υπάρχουν ορισμένες σταθερές αρχές που έχουν τα τελευταία χρόνια ξεχαστεί από τους πολιτικούς. Ακόμη, οι φτωχοί πληρώνουν μεγαλύτερους φόρους από όσους νομίζουν και μια έκπτωση στις φορολογικές επιβαρύνσεις στο πλαίσιο ενός μεταρρυθμισμένου συστηματος μπορεί να βοηθήσει τους φτωχούς περισσότερο παρά τους πλούσιους.

*Αυτό το άρθρο πρόκειται να εκδοθεί στην επόμενη έκδοση του περιοδικού ΕΑ (διαδικτυακά το αρχικό άρθρο υπάρχει εδώ: https://iea.org.uk/reforming-britains-tax-system/ )

Σχετικά Άρθρα

Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μέλος του
Διεθνείς Συνεργασίες
X