Η Αυστριακή Σχολή Οικονομικών

Αν και η μελέτη της οικονομίας ανήκει περισσότερο στις κοινωνικές και λιγότερο στις θετικές επιστήμες, στο μυαλό των περισσοτέρων φέρνει διαγράμματα, συστήματα εξισώσεων και σύνθετους μαθηματικούς τύπους. Η ευκολία της διδασκαλίας με μεθοδολογία που ταιριάζει περισσότερο στην νευτώνεια μηχανική, έχει οδηγήσει την οικονομική επιστήμη στην μαθηματική προσέγγιση, ειδικά όταν πρόκειται για σχολικό ή πανεπιστημιακό περιβάλλον. Υπάρχουν όμως μελετητές που αποκλίνουν από το μοντέλο αυτό. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η Αυστριακή Σχολή.

*Του Ιάσονα Κωνσταντινίδη

Οι μελετητές της Αυστριακής Σχολής, χρησιμοποιούν λογικούς συλλογισμούς για να καταλήξουν αποδεικτικά σε συμπεράσματα ξεκινώντας από θεμελιώδη αξιώματα. Το βασικό αξίωμα είναι ότι οι άνθρωποι δρουν με βάση τις ιεραρχημένες προτιμήσεις τους και την αντίληψη της πραγματικότητας κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτή η apriori επιστημονική μεθοδολογία, η Πραξεολογία, θέτει το άτομο ως κύριο παράγοντα της οικονομικής δραστηριότητας, με όλα τα μακροσκοπικά μεγέθη να είναι παράγωγα των μεμονωμένων ατομικών επιλογών. Φυσικά μόνο μεμονωμένα άτομα μπορούν να έχουν προτιμήσεις και να κάνουν επιλογές, όχι συλλογικότητες ή ομάδες.

Ιστορικά, η Αυστριακή Σχολή εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα με τον Carl Menger και τους μαθητές του Wieser και Bohm Wawerk. Συνεχίζει, κατά τον 20ο αιώνα, με τον Ludwig von Mises, τον F. A. Hayek και φτάνοντας μέχρι σύγχρονους όπως ο Murray Rothbard και ο Israel Kirzner. Αν και σαφέστατα υπήρχε συνέχεια με το παρελθόν αλλά και αλληλεπίδραση με τους σύγχρονους μελετητές, ήταν ο Menger και οι μαθητές του που ονομάστηκαν πρώτη φορά «Αυστριακοί», κυρίως από τους αντιπάλους τους.

Στη βάση της αυστριακής προσέγγισης βρίσκεται η έννοια της αξίας. Η αξία δεν είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό των πραγμάτων και αποδίδεται σε αυτά όχι από την διαδικασία παραγωγής αλλά από τους καταναλωτές. Έτσι η αξία μεταφέρεται από τον τελικό καταναλωτή προς τις πρώτες ύλες και την εργασία και όχι αντίστροφα. Για παράδειγμα, όταν ένας αγρότης πληρώνει το πετρέλαιο του τρακτέρ του, το κάνει επειδή κάποιοι άλλοι προτίθενται να πληρώσουν για τα προϊόντα που θα παραχθούν από αυτόν. Η πρόθεση αυτή δίνει αξία στην παραγωγή και κατ’ επέκταση στο πετρέλαιο.

Άμεση συνέπεια της παραπάνω θεώρησης της αξίας είναι ο υποκειμενικός χαρακτήρας της. Η αξία είναι αποτέλεσμα της ιεράρχησης των αναγκών του κάθε ανθρώπου και κάθε νεοαποκτηθέν αγαθό θα χρησιμοποιηθεί για να καλύψει την σημαντικότερη από αυτές. Δεν μπορεί να υπάρξει λοιπόν ούτε ποσοτικό μέτρο της αξίας, ούτε σύγκριση αξίας που αποδίδουν στο ίδιο προϊόν διαφορετικά άτομα. Μπορούμε να πούμε ότι ένα αγαθό έχει μεγαλύτερη αξία από ένα άλλο, χωρίς όμως να μπορούμε να πούμε πόσο μεγαλύτερη, και μόνο αν μιλάμε για την αξιολόγηση από ένα άτομο. Η υποκειμενικότητα της αξίας είναι αυτή που κάνει εφικτό το εμπόριο, αφού σε μία συναλλαγή πρέπει και τα δύο μέρη να θεωρούν ότι λαμβάνουν κάτι με μεγαλύτερη αξία από αυτό που δίνουν, κάτι με ψηλότερη θέση στην προσωπική τους κλίμακα. Είναι επίσης βέβαιο ότι αποκτώντας κανείς πρόσθετες ποσότητες ενός αγαθού, θα καλύπτει όλο και λιγότερο σημαντικές ανάγκες, άρα θα αποδίδει όλο και μικρότερη αξία. Αυτό αποτελεί φυσικά μια διατύπωση του νόμου της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας, με πραξεολογική όμως προσέγγιση αντί της ψυχολογικής που χρησιμοποιείται συνήθως και βασίζεται στην μειούμενη ικανοποίηση.

Με απλά λόγια, κάποιος που διψάει αποδίδει μεγάλη αξία στο πρώτο λίτρο νερού που μπορεί να αποκτήσει. Όταν όμως ικανοποιήσει την δίψα του θα χρησιμοποιήσει ένα δεύτερο λίτρο για κάτι άλλο, ίσως για να ποτίσει ένα φυτό. Αυτό υποδηλώνει μια ιεράρχηση. Είναι προφανές ότι αν στερηθεί για κάποιον λόγο ένα λίτρο νερό, θα προτιμήσει να μην ποτίσει το φυτό παρά να διψάσει. Τα δύο πανομοιότυπα λίτρα νερού έχουν διαφορετική αξία. Επίσης, αν ανταλλάξει ένα λίτρο νερό με ένα μήλο, δεν χάνει ένα λίτρο νερό, χάνει αυτό με το οποίο θα το αντάλλαζε αν δεν υπήρχε το μήλο. Είναι πιθανό να προτιμά διάφορα αγαθά περισσότερο από ένα λίτρο νερό και λιγότερο από ένα μήλο. Το μήλο είναι το σημαντικότερο, άρα αποτελεί την πρώτη επιλογή. Το κόστος είναι η αξία της δεύτερης επιλογής.
Όπως ακριβώς οι άνθρωποι αποδίδουν διαφορετική αξία στα αγαθά και τις διαφορετικές μονάδες αυτών, έτσι αποδίδουν και διαφορετική αξία στα ίδια αγαθά σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Είναι δεδομένο ότι η αξία είναι φθίνουσα στον χρόνο, πάντα προτιμά κάποιος κάτι νωρίτερα από ότι αργότερα. Δεν εκδηλώνουν όμως όλοι την ίδια χρονική προτίμηση. Το πόσο προτιμότερο είναι το σημερινό από το αυριανό αγαθό είναι και αυτό υποκειμενικό. Η διαφορά προκύπτει από το πόσο πρέπει να μεταφερθεί στο μέλλον ένα αγαθό ώστε η απόκτησή του να μην αποτελεί την πρώτη επιλογή. Στο προηγούμενο παράδειγμά, αυτός που ανταλλάζει ένα λίτρο νερό με ένα μήλο, μπορεί να προτιμούσε να κρατήσει το νερό, ή να το ανταλλάξει με κάτι άλλο, αν η πρόταση ήταν να πάρει το μήλο ένα μήνα αργότερα.

Ως άθροισμα μεμονωμένων ατομικών επιλογών νοείται και η οργάνωση της κοινωνίας, ακόμα και πέραν των οικονομικών ζητημάτων. Οι καθημερινές επιλογές και πράξεις των ανθρώπων συντονίζονται τελικά και δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει κάποιος σχεδιασμός, ένα αόρατο χέρι.Η διαδικασία αυτή είναι αποτελεσματική επειδή βασίζεται στην ελλιπή αλλά τοπική γνώση που έχει ο καθένας. Υπάρχει δηλαδή, σε αντιστοιχία με τον καταμερισμό της εργασίας, καταμερισμός της γνώσης. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι μεγαλουπόλεις έχουν επαρκείς ποσότητες τροφίμων με μηδενική παραγωγή, είναι αποτέλεσμα των ενεργειών δεκάδων επαγγελματιών, ο καθένας από τους οποίους αποφασίζει τι θα κάνει βάσει αυστηρά προσωπικών κριτηρίων και δεδομένων. Είναι σαφές ότι κανένας αγρότης στη Θήβα δεν έχει στο μυαλό του τους πιθανότατα δεκάδες Αθηναίους που θα καταναλώσουν τελικά την παραγωγή του, ούτε το πολύπλοκο δίκτυο διανομής και επεξεργασίας. Αντιθέτως, έχει στο μυαλό του τα αγαθά που αυτός θα μπορέσει να καταναλώσει με τα χρήματα που θα κερδίσει.
Ξεκινώντας από το αξίωμα της ανθρώπινης δράσης, δεν υπάρχουν σημεία ισορροπίας των οικονομικών μεγεθών, αλλά διαδικασίες που προκύπτουν λόγω μη ισορροπίας. Η δυναμική θεώρηση της οικονομίας οδηγεί φυσικά και σε μακροοικονομικά συμπεράσματα.

Πρώτο συμπέρασμα είναι ότι το χρήμα δεν είναι ουδέτερο. Δεν είναι ένα αριθμητικό μέγεθος που περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ των άλλων αγαθών, αλλά διακινείται κι αυτό στην οικονομία και επηρεάζει τα πραγματικά οικονομικά μεγέθη. Μπορεί, θεωρητικά, μια αύξηση στην ποσότητα του χρήματος να επηρεάζει μόνο τα ονομαστικά μεγέθη, αλλά στην πράξη το πρόσθετο χρήμα θα εισαχθεί στην οικονομία από κάποιο σημείο και διαδίδεται σταδιακά δημιουργώντας στρεβλώσεις.

Σε αυτή την αντίληψη για το χρήμα βρίσκεται και η ουσία του επιχειρηματικού κύκλου. Τα κράτη διαθέτουν φθηνό χρήμα σε κάποιον τομέα δίνοντας ένα προσωρινό πλεονέκτημα που θα οδηγήσει σε υπερεπένδυση. Μετά την εξισορρόπηση, η υπερεπένδυση θα πρέπει να αποκατασταθεί. Το κεφάλαιο που έχει δημιουργηθεί, σε αντίθεση με την κλασική θεώρηση, δεν είναι ένα ομοιογενές μέγεθος που χαρακτηρίζεται από την αξία του σε χρήμα. Αντίθετα έχει συγκεκριμένη διάρθρωση, αποτελείται από συγκεκριμένα αγαθά, με συγκεκριμένες χρήσεις. Η αναδιοργάνωση του κεφαλαίου, όταν το προσωρινό πλεονέκτημα παύσει να υπάρχει, έχει πάντα κόστος. Ακόμα κι αν προσπαθήσει κανείς να μην ευνοήσει έναν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας, θα ευνοήσει τελικά τον χρηματοοικονομικό κλάδο καθώς το πρόσθετο χρήμα θα μπει στην αγορά μέσω αυτού.

Η Αυστριακή Σχολή έχει σίγουρα αρκετές ιδιαιτερότητες. Είναι η μικρότερη σε μέγεθος από τις σημερινές οικονομικές σχολές και σίγουρα έχει μεγάλο αριθμό επικριτών. Δεν ήταν όμως πάντα στο περιθώριο. Είχε κεντρικό ρόλο στην οικονομική σκέψη και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Κάποια στιγμή, χωρίς να έχει απορριφθεί ουσιαστικά από τους αντιπάλους της, έπαψε να είναι δημοφιλής. Αγνοήθηκε, σταδιακά ξεχάστηκε, και την κυρίαρχη θέση ανέλαβαν θεωρίες που ταίριαζαν περισσότερο στην ρητορική των πολιτικών της εποχής, θεωρίες που άφηναν περιθώριο στους επιστήμονες να διεκδικήσουν ρυθμιστική θέση στην κοινωνία. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί ισχυρίζονται ότι είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη σχολή, ειδικά μετά την απαξίωση των κυρίαρχων ρευμάτων λόγω των οικονομικών κρίσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί οικονομολόγοι άλλων σχολών έχουν υιοθετήσει συμπεράσματα των Αυστριακών,ακόμα κι αν δεν ασπάζονται την μεθοδολογία τους, αλλά και ότι οι σύγχρονοι Αυστριακοί έχουν επικεντρωθεί στα άμεσα προβλήματα χρησιμοποιώντας ακόμα και συμπεράσματα εμπειρικών μεθόδων.

Μάθετε περισσότερα για το θέμα στον κύκλο διαλέξεων εδώ:
https://www.facebook.com/events/402694403431393/

*Ο Ιάσονας Κωνσταντινίδης είναι φυσικός που εργάζεται στον τομέα της ανάπτυξης λογισμικού και της ναυτιλίας.

Leave a Reply

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μέλος του
Διεθνείς Συνεργασίες
X